«Παιδιά της κρίσης»: Έλληνες πρωτοπόροι στην επιστημονική έρευνα στη Βρετανία


Επικεφαλής της είναι ο αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Νανοηλεκτρονικής του τομέα Φυσικών Επιστημών και Μηχανικής του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον Δρ Θέμης Προδρομάκης.

Ο μόλις 33 ετών επιστήμονας με την ήδη πλούσια πείρα στο χώρο των νανοκατασκευών έχει γύρω του μία ομάδα νέων επιστημόνων, οι οποίοι υπό την καθοδήγησή του δοκιμάζουν τα όρια της επιστημονικής γνώσης.

Η έρευνά τους επικεντρώνεται σε τρία αντικείμενα. Αρχικά, σε μια νέα μικροσυσκευή άμεσης διάγνωσης ασθενειών, η οποία έχει ήδη προβληθεί πολύ από τα βρετανικά ΜΜΕ. Δεύτερον, γενικότερα στην τεχνολογία των memristor, δηλαδή ουσιαστικά ηλεκτρικών «αντιστατών με μνήμη» οι οποίοι έχουν τη ικανότητα να ενεργούν στον τομέα της ηλεκτρονικής μνήμης με ιδιότητες που προσομοιάζουν τις ιδιότητες των νευρώνων του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Τέλος, στη συνθετική βιολογία, δηλαδή την ανάπτυξη βιολογικών ιστών σε «καλούπια», ώστε οι αντιδράσεις τους να είναι όσο το δυνατόν παρόμοιες με τις αντιδράσεις των οργάνων του ανθρώπου.

Σε αυτή την ομάδα, που αριθμεί περί τα 15 άτομα και σύντομα θα φτάσει τα 20, περιλαμβάνονται ήδη νεαροί Έλληνες ερευνητές, διαφόρων τομέων, οι οποίοι έχουν βρει στο Σαουθάμπτον το περιβάλλον που τους επιτρέπει να αφοσιωθούν αποκλειστικά στο ερευνητικό τους έργο.

Οι περισσότεροι, μιλώντας για τη δουλειά τους στο Insider, προβαίνουν στην αναπόφευκτη σύγκριση με την Ελλάδα με πάνω-κάτω κοινά συμπεράσματα.

Η Μαριλένα Ρίζου, 25 ετών, είναι από τους διδακτορικούς ερευνητές της ομάδας, από τα νεότερα μέλη. «Πριν από εδώ ήμουν στην Αθήνα όπου τέλειωνα το μεταπτυχιακό μου. Ήταν λίγο δύσκολα διότι με τις απεργίες και τα λοιπά, ενώ έπρεπε να έχω τελειώσει τον Σεπτέμβρη δεν τα κατάφερα», λέει.

Μέσα στους περίπου τέσσερις μήνες που βρίσκεται στη νότια Αγγλία η Μαριλένα έχει εντοπίσει ήδη κάποιες διαφορές σε σχέση με την Ελλάδα:

«Η τεράστια διαφορά είναι ότι εδώ υπάρχουν πειραματικές υποδομές. Εμένα το υπόβαθρό μου είναι καθαρά θεωρητικό - τα εργαστήρια στην Ελλάδα είναι πιο εκπαιδευτικά, εκτός από μέρη όπως στην Κρήτη στο Ίδρυμα Τεχνολογικών Ερευνών και στον Δημόκριτο».

Η 26χρονη Μαρία Τραπατσέλη βρίσκεται στο Σαουθάμπτον από τον Οκτώβριο. Το πρώτο πτυχίο της είναι από το Τμήμα Επιστήμης και Τεχνολογίας Υλικών του Πανεπιστημίου της Κρήτης και το μεταπτυχιακό της στο Πανεπιστήμιο του Surrey στη νότια Αγγλία. Στην ομάδα του Θέμη Προδρομάκη κάνει το διδακτορικό της δουλεύοντας πάνω στα λεπτά υμένια που υπάρχουν στις μνήμες:

«Δεν είχα κανέναν ενδοιασμό για την επιλογή μου, δεν το έχω μετανιώσει ούτε μισή φορά. Είναι μέρος που μόνο ευκαιρίες σου δίνει, μπορείς πολύ γρήγορα να εμπλουτίσεις το βιογραφικό σου και μετά σου ανοίγουν πάρα πολλές πόρτες εδώ και για τη βιομηχανία και για όσους θέλουν να μείνουν στον ακαδημαϊκό χώρο. Δε γνωρίζω απόλυτα αν θα ήταν το ίδιο με την ολοκλήρωση του διδακτορικού στην Ελλάδα, Εδώ πάντως όντως υπάρχουν ευκαιρίες».

Η Τατιάνα Τραντίδου, 28 ετών, είναι στη Βρετανία από το 2009. Νωρίτερα είχε αποκτήσει πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού από το Πολυτεχνείο στη Θεσσαλονίκη.

Το μεταπτυχιακό της έγινε στο Imperial College του Λονδίνου στη βιοϊατρική τεχνολογία όπου έχει αρχίσει και το διδακτορικό της, αρχικά με επιβλέποντα τον Θέμη Προδρομάκη, πάνω στην ιδέα του Μαγκντί Γιακούμπ για ανάπτυξη βιολογικά πιστά αναπαραχθέντων κυτταρικών ιστών σε συγκεκριμένες δομές.

«Άρχισα να έρχομαι εδώ στο Σαουθάμπτον ως επισκέπτρια φοιτητής και έχω εκπαιδευθεί να χρησιμοποιώ τον καθαρό χώρο (clear room) εδώ και με διευκολύνει πολύ. Υπάρχουν δηλαδή εγκαταστάσεις που δεν υπάρχουν ούτε στο Imperia και ως μέρος της έρευνάς μου έρχομαι εδώ μια φορά την εβδομάδα τουλάχιστον».

Το ερευνητικό έργο της Τατιάνας είχε προκαλέσει ενδιαφέρον πριν από λίγα χρόνια. Σπουδάζοντας τότε στη Θεσσαλονίκη είχε πατεντάρει το e-bracelet, ένα καινοτόμο και ριζοσπαστικό προϊόν διάγνωσης, κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου σε ελληνικό περιβάλλον.

«Αυτό το πρόγραμμα ήταν το αντικείμενο της διπλωματικής μου εργασίας στις προπτυχιακές μου σπουδές και αποφασίσαμε να το προχωρήσουμε στον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας μέσω της εταιρείας που χρηματοδοτούσε την έρευνα και το πανεπιστήμιο που έχει ένα μικρό ποσοστό», εξηγεί.

«Αλλά από το 2009 που κατοχυρώθηκε έχει μείνει αναξιοποίητο, δεν έχει φτάσει να γίνει προϊόν, το έχουμε αφήσει σε ερευνητικό στάδιο. Ήταν κάτι πολύ αισιόδοξο, αλλά καθώς προχωρούν τα πράγματα και γίνονται λίγο πιο πολύπλοκα και μπλέκουμε με τη γραφειοκρατία συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τέλμα από ένα σημείο και μετά».

Η Ελληνίδα ερευνήτρια είχε ξεκινήσει το διδακτορικό της στο Αριστοτέλειο. «Ήταν να το κάνω με τον επιβλέποντα της μεταπτυχιακής μου, έναν πολύ καλό άνθρωπο και επιστήμονα, αλλά αναγκάστηκα να φύγω μετά από μισό χρόνο διότι δεν υπήρχε χρηματοδότηση και μου φαινόταν πώς ούτε στο άμεσο μέλλον θα υπήρχε. Δεύτερον, έφυγα λόγω του κλίματος της κωλυσιεργίας. Τα πράγματα κινούνταν πολύ αργά και δύσκολα.

Ούτε για το μισθό μου δεν υπήρχαν χρήματα, ούτε υποτροφία για να συντηρώ τον εαυτό μου, πόσο μάλλον για τις υποδομές. Όσο για τη γραφειοκρατία; Και στο e-bracelet για να κατοχυρωθεί εγώ έλαβα την πρωτοβουλία να πάω σε δικηγόρο και να κάνω τα συμφωνητικά και όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή το ανέλαβα εγώ που ήμουν μια απλή φοιτήτρια.

Δεν υπήρχε κάποιος εξειδικευμένος οργανισμός για να το αναλάβει. Και σε υποδομές υπολείπεται αρκετά το ελληνικό πανεπιστήμιο, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης. Εδώ είμαστε λίγο καλομαθημένοι γιατί δεν έχουμε να ασχοληθούμε με πράγματα απλά και διαδικαστικά που αν δεν γίνουν όμως μπορούν να σου καθυστερήσουν την έρευνα. Υπάρχουν άλλοι να τα αναλαμβάνουν αυτά».

Η Τατιάνα έχει επίσης έντονη την εμπειρία φίλων από την Ελλάδα που έχουν πάρει τον δρόμο του εξωτερικού. «Σχεδόν όλοι οι φίλοι μου βρίσκονται διάσπαρτοι στην Ευρώπη και στην Αμερική. Κυρίως πηγαίνουν κάνοντας ένα μάστερ ή διδακτορικό που είναι πια απαραίτητη προϋπόθεση για την αγορά εργασίας.

Υπάρχει μια φήμη για τα ελληνικά ιδρύματα που δεν νομίζω ότι αντικατοπτρίζει τόσο πολύ τα εκπαιδευτικά ιδρύματα όσο γενικότερα την κατάσταση της χώρας. Για αυτό είναι πιο δύσκολο να μεταπηδήσει κανείς στην αγορά εργασίας κατευθείαν από ελληνικό πανεπιστήμιο και έτσι οι περισσότεροι προτιμούν να κάνουν ένα πτυχίο στο εξωτερικό», αναφέρει.

Η Δέσποινα Μόσχου, 31, είναι από τα μεταδιδακτορικά μέλη της ομάδας. Η έρευνά της επικεντρώνεται σε εργαλεία άμεσης διάγνωσης με σκοπό ιατρικές εφαρμογές. Είναι στην ομάδα από τον Νοέμβριο. Ηλεκτρολόγος μηχανικός προερχόμενη από το Πολυτεχνείο, έκανε το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό της στον Δημόκριτο.

Η Δέσποινα κάνει λόγο για «ηρωικές» συνθήκες στο πεδίο της έρευνας στην Ελλάδα.

«Σε κάθε επίπεδο αντιλαμβάνεσαι διαφορετικές δυσκολίες, οι οποίες βαίνουν αυξανόμενες (γελάει). Νούμερο 1 θα έβαζα τη γραφειοκρατία.

Ένα παράδειγμα είναι οι προμήθειες, τομέας σημαντικός για εμάς που δουλεύουμε με προθεσμίες. Τι κάνεις αν λόγω γραφειοκρατίας δεν μπορείς εγκαίρως να παραγγείλεις υλικό ή κάποιο εξάρτημα και χρειάζεται η παραγγελία να περάσει από 700.000 γραφεία και υπογραφές από ανθρώπους που δεν ξέρουν τη δουλειά αλλά είναι υποχρεωμένοι λόγω κανονισμών να καταλάβουν τι κάνεις για να σου δώσουν έγκριση;

Στην Ελλάδα έχω περιμένει τρεις και τέσσερις μήνες για ένα υλικό για παραδοτέο στη ΕΕ σε πέντε μήνες. Εδώ το παραγγέλνεις και το έχεις στο γραφείο την επόμενη ημέρα. Τον πρώτο καιρό δεν το πίστευα. Το παραγγέλνουμε εμείς online, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς χαρτιά, μόνο με την έγκριση μέσω email του επιβλέποντα.

Μια φορά στην Ελλάδα είχαμε παραγγείλει δισκίδια πυριτίου. Στο τελωνείο νόμιζαν ότι το πυρίτιο ήταν ίδιο με την πυρίτιδα και τα σταμάτησαν στο τελωνείο μέχρι να τους πάμε χαρτί ότι δεν ήταν εκρηκτικά. Συμβαίνουν και εδώ βέβαια, αλλά στην Ελλάδα γίνονται τραγελαφικά πράγματα. Αυτά πάντως τονίζουν περισσότερο την προσπάθεια που κάνει ο κόσμος γιατί το αποτέλεσμα που βγάζουν είναι συγκρίσιμο. Απλά πώς το καταφέρνουν - με πολύ μεγαλύτερο κόπο, όχι ερευνητικό όμως, διαδικαστικό. Νούμερο 2 είναι η οργάνωση.

Το ότι εδώ υπάρχει σύστημα, διαδικασία, δεν είναι στα τυφλά, ακόμα και με πατέντες. Δηλαδή στην Ελλάδα μπορείς να βγάλεις κάτι και να μην ξέρεις τι να το κάνεις, πού να το πας. Εμείς είμαστε τεχνικοί, δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε αυτά τα πράγματα. Εδώ υπάρχουν θεσμοί, υπάρχουν διαδικασίες.

»Ακόμα και πριν την κρίση οι παραγωγικές εταιρείες στην Ελλάδα δεν ασχολούνταν με την έρευνα. Κάνουν πράγματα πολύ πιο low tech, δεν έχουν επενδύσει να πάρουν ανθρώπους στην καινοτομία. Κάποιος που θέλει να κάνει καινοτόμα πράγματα τι κάνει; Τον σταυρό του... Άκουσα ότι πρόσφατα το Corallia, τα προγράμματα καινοτομίας στην Ελλάδα, ανακοίνωσε κάποιες πρωτοβουλίες για νεοσύστατες επιχειρήσεις.

Όταν ρώτησα τι δίνει το πρόγραμμα για τις start up μου είπαν "συμβουλές για business plan, το γραφείο και την broadband σύνδεση". Κάτι για να πατεντάρεις, για να είναι ασφαλές το προϊόν σου; Τα κάνω και από το σπίτι μου αλλιώς. Δε γίνεται έτσι».

Η Δέσποινα πάντως, όπως και οι υπόλοιποι, δηλώνει πολύ ικανοποιημένη από τους καθηγητές από τα χέρια των οποίων πέρασε στην Ελλάδα. «Η εξειδίκευση είναι παγκοσμίως ανταγωνιστική. Οι περισσότεροι έχουν έρθει απ' έξω. Είναι εξαιρετικοί άνθρωποι και επιστήμονες. Αλλά δουλεύουν με αυτά που έχουν, από εργαλεία, υποδομές, χρηματοδότηση».

Ο 35χρονος Δημήτρης Κοτζιάμπασης ήρθε στο Σαουθάμπτον στα τέλη Ιανουαρίου, έχοντας τελειώσει αρχικά μηχανικός υλικών στα Γιάννενα, με μεταπτυχιακό από το Καποδιστριακό στη μικροηλεκτρονική και με διδακτορικό πάλι στα Γιάννενα σε συνεργασία με τον Δημόκριτο, πάνω σε νανοδομές και νανοτεχνολογία.

Στην ομάδα του Δρ. Προδρομάκη ασχολείται με τις βιοεφαρμογές, μελετώντας τη συμπεριφορά των κυττάρων πάνω σε τροποποιημένα υλικά.

«Είμαι ικανοποιημένος. Αυτό που είναι το πρώτο που καταλαβαίνεις σαν διαφορά είναι ότι δε χρειάζεται να σκεφτείς πολύ για το πώς θα οργανώσεις τη ζωή σου εδώ πέρα. Έρχεσαι, σε μια δυο ημέρες έχουν τελειώσει όλα τα διαδικαστικά, από εφορίες κτλ, χωρίς μπλοκάκια και τέτοια.

Η πρώτη εμπειρία είναι εντυπωσιακά καλή, σε συνεπαίρνει η οργάνωση. Χαίρεσαι γιατί εκπροσωπώντας τους Έλληνες που τελείωσαν τώρα στην Ελλάδα το επίπεδο της γνώσης που παίρνεις παρά τους κόπους και τα βάσανα είναι πάρα πολύ καλό, οπότε μπορείς να σταθείς αν έχεις όρεξη και θέλεις να δουλέψεις - μπορείς να σταθείς επάξια σε βρετανικό πανεπιστήμιο, χωρίς κανένα πρόβλημα», λέει ο Δημήτρης και προσθέτει:

«Είμαι παιδί της κρίσης, ξεκάθαρα. Για να μην υπερβάλλουμε, σίγουρα θα έφευγα από την Ελλάδα σε κάποια φάση και επέλεξα να φύγω μετά το διδακτορικό. Και να υπήρχαν οι δουλειές το σωστό θα ήταν να φύγω αν ήθελα το σωστό βήμα για την καριέρα μου».

»Η παρουσίαση της διατριβής μου έγινε τον Ιούνιο του '13. Ένιωσα τεράστιο τον αντίκτυπο της κρίσης, Τα πρώτα δύο χρόνια του διδακτορικού πληρωνόμουν από ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα, αλλά λόγω κρίσης στην Ευρώπη κόπηκαν νομίζω σχεδόν τα μισά ερευνητικά προγράμματα. Ακόμα και οι υποτροφίες λόγω κρίσης τέλος.

Εγώ δεν ήμουν με υποτροφία, ήμουν με ερευνητικό πρόγραμμα, υποτίθεται καλύτερα. Αλλά τελείωσε στα δύο χρόνια και δεν υπήρχε άλλο πρόγραμμα τουλάχιστον τα επόμενα δύο χρόνια. Χρηματοδοτούμουν από τον πατέρα μου και από κάποια χρήματα που έβγαζα με μαθήματα σε ΙΕΚ. Εντάξει, δύσκολα. Πραγματικά φοιτητοκατάσταση, να θες να βγεις και να το σκέφτεσαι, να μην βγαίνεις».

Ο Δημήτρης, πάντως, όπως και οι συνάδελφοί του, μόνο καλά λόγια έχουν για τους καθηγητές τους στην Ελλάδα. «Παρόλα αυτά το επίπεδο γνώσης στην Ελλάδα είναι πολύ καλό. Εγώ νιώθω εδώ ότι ξέρω πάρα πολλά πράγματα. Ο Δημόκριτος είναι ο καλύτερος φορέας για έρευνα, δεν είναι τυχαίο.

Οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκα ήταν απίστευτοι, ήξεραν πώς γίνεται η έρευνα, με διδάξανε πώς γίνεται η έρευνα και εκτός αυτού πενία τέχνας κατεργάζεται. Όταν δεν έχεις κάποια πράγματα πρέπει να τα φτιάξεις μόνος σου και έτσι μαθαίνεις».

Αν μπορούσε να αλλάξει τρία πράγματα στο ακαδημαϊκό σύστημα της Ελλάδας, ποια θα ήταν αυτά; Απαντά γρήγορα: «Αξιοκρατία, οργάνωση, χρηματοδότηση. Μόνο έμψυχο δυναμικό καταπληκτικό υπάρχει».

Και αυτός έχει δει φίλους του να έχουν αφήσει την Ελλάδα. «Ξέρω πολλά παιδιά που έχουν φύγει. Η γενιά μας είναι ευλογημένη - και λόγω των γονιών και λόγω της νοοτροπίας στη χώρα ένα τεράστιο ποσοστό μορφώθηκε σε επίπεδο πανεπιστημίου, σε μεγάλο βαθμό έκανε μεταπτυχιακό και σε τρομερό ποσοστό διδακτορικό, είτε λόγω κεκτημένης ταχύτητας είτε διότι δεν υπήρχαν δουλειές.

Παίζουμε με διαφορετικούς όρους από όσο γινόταν σε άλλες περιόδους μετανάστευσης λόγω κρίσης, τώρα είμαστε σχετικά ισχυροί παίκτες στην Ευρώπη της μετανάστευσης».

Αν ξεκινούσε τώρα, θα αποφάσιζε να κάνει την ίδια πορεία; «Είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Δεν ξέρω. Μετά από 13 χρόνια τέτοιων σπουδών θα είχα πιθανώς βρει δουλειά σε ένα καλό πανεπιστήμιο έξω, θα μου είχε προσφερθεί η θέση και σε πολύ υψηλότερη βαθμίδα από ό,τι τώρα. Όχι πιθανώς, σίγουρα. Από την άλλη δεν μετανιώνω για τις επιλογές μου. Νιώθω ότι έχω μάθει πολλά».

Ο Αλέξανδρος Σερμπ, 26 ετών είναι επίσης μεταδιδακτορικός ερευνητής, από τους ηλεκτρολόγους της ομάδας. Οι σπουδές στο Ιμπέριαλ, όπου πήγε με το που τέλειωσε το λύκειο στην Ελλάδα. Γιατί αυτή η απόφαση; «Ξέρουμε ότι υπάρχει κάποια διαφορά στο πώς γίνεται η δουλειά εδώ και εκεί ως προς τις υποδομές και την εργασιακή ηθική.

Βέβαια δεν είχα τελικά επαφή με ελληνικά πανεπιστήμια, αλλά εδώ βλέπω ότι είναι πολύ καλά, είμαι σίγουρος ότι είχα πολλές ευκαιρίες που δεν θα είχα αλλιώς».

Οι πιο νεαροί Έλληνες του εξωτερικού συνήθως λένε πως κάποια στιγμή στο μέλλον θα επιστρέψουν στην πατρίδα. Για τον Αλέξανδρο αυτό μάλλον δεν ισχύει. «Θα ήταν μη ρεαλιστικό να επιστρέψω, τι να κάνω στην Ελλάδα. Γενικότερα, ξέχωρα από την κρίση, δεν έχουμε ούτε την απαραίτητη βιομηχανία ούτε την απαραίτητη ακαδημία.

Δεν έχω συγκεκριμένο πλάνο αλλά είναι καλό να ξέρω ότι έχω επιλογές. Πουθενά δεν είναι εύκολα, εδώ είναι πολύ ανταγωνιστική η κατάσταση, υπάρχουν υψηλές προσδοκίες από τον εργοδότη».

Στη συνέχεια η συζήτηση στράφηκε στα στοιχεία που κάνουν τα βρετανικά πανεπιστήμια ή έστω το Σαουθάμπτον συγκεκριμένα τόσο καλά για ερευνητές του επιπέδου του. «Για παράδειγμα είναι πολύ σημαντική η πανεύκολη πρόσβαση σε διεθνείς έρευνες, μέσω του πανεπιστημίου. Γενικά υπάρχει οργάνωση – δε χρειάζεται να πάω να ψάξω μια μελέτη δεξιά κι αριστερά επειδή δεν έχω πρόσβαση. Εδώ λειτουργούν τα πράγματα.

Υπάρχει αυτό που λέω οργανωμένο περιβάλλον μάθησης. Δεν είναι αυτή η εντύπωση που μου δημιουργήθηκε μιλώντας με ανθρώπους που έμειναν στην Ελλάδα. Εδώ υπάρχουν ξεκάθαρες δομές και καλά συστήματα. Οι εργασίες παραδίδονται online με συγκεκριμένες προθεσμίες, σε αφήνουν να επικεντρώνεσαι στην εργασία σου, κανένα διοικητικό βάρος δεν πέφτει στους ώμους σου, εδώ με αφήνουν να κάνω τη δουλειά μου.

Μην υποτιμάτε επίσης τη σημασία της επαφής με άτομα από όλο τον κόσμο. Εμπλουτίζει πολύ περισσότερο κάποιον ως ερευνητή από όσο ενδεχομένως δυσκολεύει τη συνεργασία. Ο διαφορετικός τρόπος σκέψης ανοίγει το μυαλό σου, αποκτάς μέτρα σύγκρισης».

Λονδίνο, Θανάσης Γκαβός

theinsider.gr

Εμφάνιση/απόκρυψη σχολίων

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

 

Εγγραφείτε τώρα στο Newsletter μας για να μένετε πάντα ενημερωμένοι